Ε111.21 | Post - Geographies: Ways of Inhabiting the World


Ερευνητική εργασία: Post- Geographies: Ways of Inhabiting the World
Φοιτητής: Παναγιώτης Καλαντζής
Επιβλέποντες καθηγητές: Πολυξένη Μάντζου, Δημήτρης Γιουζέπας, Νικόλαος Θωμάς
Σχολή: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2021




Στις 4 Ιουλίου 1845 ο νεαρός HenryDavidThoreau αποφασίζει να ζήσει στο δάσος, στις όχθες της λίμνης Ουόλντεν. Για τα επόμενα δύο χρόνια, ο φυσιοδίφης νέος χτίζει μόνος του μια μικρή καλύβα, διαμένει, καλλιεργεί, τρέφεται και ζει στη φύση. H απόφαση του H. D. Thoreau δομεί, ως μια performance narrative (παραστατική αφήγηση) τη παρακάτω έρευνα, δημιουργώντας το πλαίσιο της αφήγησης και χωρίζεται σε τρεις ενότητες:

1. Into The Woods
2. How the Hut was Built
3. Ways of Inhabiting

Κεφάλαιο 1 - Into the Woods:

Αρχικά στο πρώτο κεφάλαιο, [1.1] into the... Walden Pond, με αφορμή τη μετακόμιση του Thoreau, εξετάζεται πως σε έναν πολιτισμό συναρπασμένο με την ιδέα της προόδου (τεχνολογική, οικονομική και εδαφική κλπ.) η ανθρώπινη ζωή και η σχέση της με τη φύση άλλαξε. Φαινόμενα όπως η αυξημένη παραγωγικότητα, η καπιταλιστική εντατικοποίηση και η ανελέητη αστικοποίηση κατορθώθηκαν λόγω της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας στη φύσης και κατ’ επέκταση στο ίδιο το άτομο. Έτσι η πολιτική του στάση, ως ένα τελευταίο οχυρό εναντίον της Βιομηχανικής Επανάστασης, αναδεικνύει πως όταν κατοικεί στο δάσος, κατοικεί στο έξω η και καλύβα που χτίζει είναι μόλις ο τρόπος για να διανοίξει αυτή τη σχέση. Μια σχέση με αναφορές στο ρίζωμα (Deleuze and Guattari), που βρίσκεται ανάμεσα στα πράγματα (ιντερμέδιο), με φυγή προς τον μετασχηματισμό τους σε κάτι άλλο, μια πολλαπλότητα που αλλάζει διάσταση, που αλλάζει αναγκαστικά και σε φύση.

Σε μια ποιητική κατοίκηση αναφέρεται και ο Martin Heidegger στο [1.2] into the... Black Forest, όταν το καλοκαίρι του 1922, μετακόμισε σε μια μικρή καμπίνα που χτίστηκε γι' αυτόν, ψηλά στα βουνά του Μέλανα Δρυμού. Η χτισμένη καλύβα του, όπως αναλύεται, είναι τόσο ένα φιλοσοφικό γεγονός όσο είναι και αρχιτεκτονικό, μια ενδιάμεση στάση όπου ο άνθρωπος πραγματικά ποιεί, κατασκευάζει, κτίζει, αναλαμβάνει δηλαδή τη συνείδηση μιας ποιητικής κατοίκησης.

Τέλος στο [1.3] into the... Geneva Lake, γίνεται αναφορά στη MaryShelley, όταν στις 14 Μαΐου του 1816 ταξιδεύει στη λίμνη Γενεύη και γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα, Frankenstein ή, The Modern Prometheus. Η αντιληπτική σκοπιά του Βίκτωρ Φρανκενστάιν όσον αφορά τη φύση, συλλαμβάνεται για εκείνον ώς το Άλλο, μια φύση παθητική. Όπως τονίζει η Anne K. Mellor, «η ερμηνεία της φύσης ως το παθητικό ‘Αλλο οδήγησε […] στην αυξανόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος και στη διαταραχή της ευαίσθητης οικολογικής ισορροπίας μεταξύ της ανθρωπότητας και της φύσης.». Το μυθιστόρημα ερμηνεύεται με μια posthumanπροσεγγιση, καθώς εξετάζεται η σχέση του ανθρώπου με τα τεχνολογικά του επιτεύγματα αλλά τίθενται κιόλας ερωτήματα σχετικά με τη θέση του στον κόσμο και τις σχέσεις του με τους άλλους (human και nonhuman). Εξετάζεται ακόμη, πως ο Victor Frankenstein μέσα από τις πράξεις του αποτυγχάνει να κάνει τη μετάβαση σε posthuman. Σύμφωνα με του Deleuze και Guattari, η θεωρία του “becoming animal” θα μπορούσε να δώσει μια απάντηση σε αυτή την υπόθεση. Είναι μια διαδικασία μοναδική, μια ευέλικτη και συνεχώς εξελισσόμενη πολλαπλότητα κατά την οποία αποδομείται η ταυτότητα του εαυτού.

Κεφάλαιο 2 - How the Hut was Built:

Στο δεύτερο κεφάλαιο πραγματοποιήθηκε μια έρευνα-περιοδεία σε περιβάλλοντα που διαμορφώνουν τις more-than-human γεωγραφίες, σήμερα. Διερευνήθηκε πως ο σχεδιασμός και ο ρόλος του ως γεωγραφικός παράγοντας (geographical agent) έχει εξελιχθεί και έχει καταλήξει να εμπλέκεται στις σύγχρονες εδαφικές πρακτικές του “να υπάρχεις” σήμερα, πλαισιώνοντας τη γεωγραφική κλίμακα ως το χωροχρονικό στάδιο των “post-” καταστάσεων. Αυτή η προσέγγιση τροφοδοτήθηκε από το γεγονός ότι τόσο η γεωγραφία όσο και ο σχεδιασμός, (ως πειθαρχικά πεδία και χωρικές θεωρήσεις), ιστορικά, υπήρξαν τα μέσα για την οριοθέτηση, αναζήτηση και κατάκτηση “νέων συνόρων”, εξυπηρετώντας έτσι τη φιλοδοξία της ανελέητης ανθρώπινης επέκτασης.

Πρόκειται δηλαδή για στρατηγικές σχεδιασμού και γεωγραφικές γνώσεις οι οποίες εφαρμόστηκαν και υπήρξαν καθοριστικής σημασίας καθώς συντέλεσαν στις: εδαφικές κατακτήσεις, την οικονομική εκμετάλλευση, τον μιλιταρισμό, πρακτικές της ταξικής και φυλετικής κυριαρχίας κ.ά. » που χαρακτηρίζουν την ιμπεριαλιστική δύναμη.

Κατ’ επέκταση, η γεωγραφική και σχεδιαστική σκέψη αποτέλεσαν ερμηνευτικά εργαλεία τέτοιων “νέων συνόρων”, με σκοπό να αναδείξουν τις συνθήκες που έχουν αποσταθεροποιήσει τη κληρονομημένη θέση του ανθρώπου στον κόσμο, εκδηλώνοντας χωρικά τους περίπλοκους γεωγραφικούς σχηματισμούς του σύγχρονου δομημένου περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, η περιοδεία αυτή απευθύνθηκε σε ένα ευρύ φάσμα κατασκευασμένων περιβαλλόντων, όπως:

- Infrastructural Landscapes: Data Centers,
- Industrialized Infrastructures: Sacrifice Zones,
- Commercial Landscapes: Logistics Infrastructures,
- Landscapes of SensitiveMatter: Invisible Visual Environments, κ,

ενσωματώνοντας τις πολλαπλές επιπλοκές μεταξύ “human” και “nonhuman”, καθορίζοντας έτσι τις υβριδικές γεωγραφίες του κόσμου όπου υλοποιούνται οι “post-” χωρικές καταστάσεις.

Αυτά τα πολύπλοκα και αντιφατικά τοπία είναι πλέξεις τόπων, υποκειμενικοτήτων, ενεργειών, human και nonhuman, ακόμη και πολιτών, κατοίκων, καταναλωτών, ταξιδιωτών κ.λ.π. Όπως υπενθυμίζει η ανθρωπολόγος BarbaraBender στο βιβλίο της Landscape: Politics and Perspectives (1993): “Τα τοπία δημιουργούνται από ανθρώπους, μέσω της εμπειρίας τους και της εμπλοκής τους με τον κόσμο γύρω τους”. Η εμπλοκή αυτή, όπως έγινε σαφές, άλλαξε και μαζί της αναδείχθηκαν νέα τοπία, έξτρα ανθρώπινα.

Τα posthuman landscapes ναι μεν έχουν ως σημείο αναφοράς τον άνθρωπο και τη σχέση του με το περιβάλλον, αλλά την ίδια στιγμή αποκαλύπτουν πολιτικές ατζέντες πίσω από εδαφικές κατοχές, τρόπους αντιμετώπισης των οικολογικών προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής, περιλαμβάνουν ακόμη, τη διερεύνηση δυνατοτήτων άλλων (τεχνο)οικοσυστημάτων, κριτικές προς διάφορες διαδικασίες αστικοποίησης καθώς και πειραματισμούς με τις οπτικές αναπαραστάσεις.

Κεφάλαιο 3 - Ways of Inhabiting

Στο [3.1] Where I Lived, and What i Lived For, γίνεται εμφανές πως O Thoreau δε θα ζήσει ως οικολόγος στη φύση, όπως το κατανοούμε αυτό σήμερα, ούτε ένας ρομαντικός νοσταλγός της, θα ζήσει ως ποιητής. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μια απλή επιστροφή στη φύση αλλά με κάτι παραπάνω, με το ξεπέρασμα της ίδιας της φύσης. Διαμένω για τον Thoreau δεν σημαίνει μένω κάπου, στην ανθρωπογενή πόλη ή στη φύση, αλλά διανυκτερεύω και την επαύριον αφήνομαι πάλι σε αυτό που με χαρακτηρίζει βαθύτερα, στην περιπλάνηση μου στην ανοικτότητα του κόσμου. Αυτή η πολιτική του στάση, μας προτρέπει να αναθεωρήσουμε την πολιτική των πραγμάτων και κατ’επέκταση τους τρόπους με τους οποίους κατοικούμε το “περιβάλλον”.

Έπειτα στο κεφάλαιο αυτό μια σειρά εκθέσεων, με τίτλους:
- Latest Landscapes
- the Environment that Could Be
- False Choices
- speculating the post-
- i Consume, therefore i am Politics
- nature as design

πλαισιώνουν και δημιουργούν το δρόμο προς Τρόπους Κατοίκησης - Ways of Inhabiting. Τείνουν όλες προς μια κατοικία: “where the posthuman dwells” ( “εκεί όπου κατοικεί ο posthuman”), όπως αναλύεται στο κεφάλαιο αυτό.

Στις 4 Ιουλίου 1845 ο Thoreau κατοίκησε για πρώτη φορά σε μια καλύβα στο δάσος δίπλα από τη λίμνη Walden. Το καλοκαίρι του 1922 ο Martin Heidegger μετακόμισε σε μια μικρή καμπίνα στα βουνά του Μέλανα Δρυμού…, γεγονότα που έγιναν αφορμή για διερευνήσουμε τρόπους με τους οποίους μπορούμε να κατοικήσουμε στο κόσμο. Οι γεωγραφίες που αναδύθηκαν, έκαναν φανερές τις ποικίλες και υβριδικές εμπλοκές μας με το περιβάλλον, δείχνοντας προς μια κατοικία. Μια κατοικία ναι μεν κινητή και λίγο χαοτική, αλλά και μια κατοικία λειτουργικά ανοιχτή: ανοιχτή σε μετασχηματισμούς και επαναστάσεις, έτοιμη να καλωσορίσει φύσεις, θέματα και πολιτιστικούς παράγοντες (cultural agents) που καθορίζουν την ύπαρξη του ανθρώπου, που μαζί της φέρει τις βιολογικές και ιστορικές του περιπέτειες. Μια κατοικία όπου “the posthuman dwells.”